Πόσο αγαπάμε τα παιδιά μας; Μια ανατομία της μάχης των νηπίων και των λειψάνων.

Posted Saturday October 08, 2016 by Cyprus Humanists

Πόσο αγαπάμε τα παιδιά μας; Μια ανατομία της μάχης των νηπίων και των λειψάνων.

“Μέσω της εκπαίδευσης αποφασίζουμε, επίσης, αν αγαπάμε αρκετά τα παιδιά μας ώστε να μην τα αποκλείουμε από τον κόσμο μας ούτε να τα εγκαταλείπουμε στην τύχη τους-αφαιρώντας τους τη δυνατότητα να αναλάβουν κάτι καινούργιο, κάτι που δεν είχαμε προβλέψει- αλλά να τα προετοιμάζουμε εκ των προτέρων για το καθήκον της ανανέωσης του κοινού μας κόσμου.” Ή κρίση της εκπαίδευσης, Χάνα Άρρεντ.

Λίγα πράγματα είναι τόσο ανέντιμα όσο η βιομηχανοποιημένη κατήχηση των νεαρότερων μελών  μιας κοινωνίας σε ένα συγκεκριμένο δόγμα, το οποίο αργότερα θα κληθούν να το υπερασπιστούν καθώς θα είναι πλέον στοιχείο της ατομικής και συλλογικής τους ταυτότητας.

Ως ο όμιλος (Όμιλος Ανθρωπιστών Κύπρου) που υποβάλαμε την καταγγελία για ένα πρόσφατο, αλλά όχι μεμονωμένο περιστατικό (προσκύνημα λειψάνων από νηπιαγωγείο), οφείλουμε να εξηγήσουμε την θέση μας αλλά και να απαντήσουμε στην κριτική που ασκείται.

Πρώτα όμως, εν συντομία, τι είναι ο ανθρωπισμός και τι ζητάει από την εκπαίδευση: Ο Ανθρωπισμός είναι θεωρία που τονίζει την αξία της προσωπικής αυτονομίας παντρεμένης με την ανθρωπιά.  Η αυτονομία εκφράζει περισσότερο την σχέση μεταξύ ανθρώπων και ενέχει στον πυρήνα της την ιδέα πως κάποιος πρέπει να είναι υπεύθυνος για την ζωή και τις ιδέες του.

Η εκπαίδευση με την ανθρωπιστική  προσέγγιση, εστιάζεται στην ανάπτυξη της λογικής, της κριτικής σκέψης, της δημιουργικότητας όπως και της ενσυναίσθησης. Η πραγμάτωση των πιο πάνω αξιών καλλιεργείται μέσω της καθημερινής διάδρασης μεταξύ των ανθρώπων, είτε παιδιών είτε ενηλίκων. Μέσω της Ανθρωπιστικής Εκπαίδευσης θα έχουμε πολίτες που μπορούν να νοηματοδοτήσουν οι ίδιοι την ζωή τους, εφοδιασμένοι με τα απαραίτητα εργαλεία (γνώσεις, λογική, κρίση) για να αντιμετωπίσουν και συνδιαμορφώσουν την πολύπλοκη και όλο μεταβαλλόμενη κοινωνία.

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε πως η κρατική Παιδεία σήμερα κινείται σε αντίθετους ατραπούς. Διακηρυγμένα, η επιδίωξη είναι να αποκτήσουν οι μαθητές συγκεκριμένη συνείδησηκαι δόγμα, εφόδια τα οποία, μάλιστα, είναι απαραίτητα ώστε να είναι αργότερα «ελεύθεροι» στην κοινωνία. Η θρησκευτική κατήχηση, ενώ δεν είναι το μόνο αντιελευθεριακό φαινόμενο της παιδείας, είναι σίγουρα το προεξέχων, ενώ δεν περιορίζεται στο μάθημα των θρησκευτικών αλλά είναι επιτηδευμένα, πανταχού παρών, στα Νέα Ελληνικά,στην Ιστορία, στην Ζωγραφική, στο Θέατρο, στις γιορτές, αναρτημένη στους τοίχους, αντηχεί στις ανακοινώσεις του εκάστοτε Διευθυντή. Κάθε υποστήλιο του σχολείου είναι διανθισμένο με χριστιανικά υπονοούμενα εως σύμβολα, υπηρετώντας τον σκοπό της ενστάλαξης της πίστης των παππούδων (όχι όμως πολύ μακρινών παππούδων) στους μαθητές. Το μονοπώλειο της πληροφόρησης προστατεύεται περαιτερω αφού εξοβελίζεται η συσσωρευμένη γνώση από την βιολογία, ιστορία, γεωλογία, γεωγραφία και άλλες επιστήμες. Συνεπως, έχουμε την καλλιέργεια του ανορθολογισμου και της φοβίας απέναντι στο άγνωστο που αναπόφευκτα όλο και έρχεται.

Η αναπόφευκτη σύγκρουση των δύο κόσμων που ανέδειξε το περιστατικό με το προσκύνημα, έχει αναχθεί πέρα από πολιτικό και σε κοινωνικό ζήτημα, αν και μάλλον δεν έπιασε κανένα εξ απήνης κρίνοντας από τους αυτοματισμούς των αντιδράσεων.  Πάντως οι ανησυχίες και τα εύλογα καμιά φορά ερωτήματα πρέπει να απαντώνται με σαφήνεια και έχοντας υπόψιν τις αγωνίες κάθε κοινωνικού συνόλου.

Χαρτογραφώντας τις αντιδράσεις, διαπιστώνει κανείς πως η κυριότερη ανησυχία δεν αποτελεί η υπεράσπιση της δογματικής αλήθειας, αλλά της παράδοσης και άρα του έθνους. Η θρησκεία είναι ένα στοιχείο της παράδοσης η οποία υπηρετεί την κοινωνία αφού χρησιμεύει ως «σημαία της φυλής», ως συνεκτικό στοιχείο. Εύκολα διαπιστώνεται πως μόνη της αυτή η θεώρηση υποτιμά την θρησκεία, η οποία πρέπει να είναι οικουμενική και αληθινή, όχι χρησιμοθηρικό εργαλείο που υπηρετεί μια άλλη αξία. Αλλά το επιχείρημα μένει: είναι απαραίτητη μια κοινή θρησκεία για να υπάρχει κοινωνική συνοχή; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: Όχι. Η ιστορική εμπειρία έχει δείξει πως μπορούν να λυσσομανούν εμφύλιοι πόλεμοι μεταξύ ομοθρήσκων- παραδείγματα άφθονα τόσο παγκόσμια όσο και με κέντρο την Ελλάδα, αρχαία και σύγχρονη.  Το ομόθρησκο δεν εξασφαλίζει την γαλήνη σε μια χώρα. Στον άλλο πόλο, σε μια πρόσφατη έρευνα του PewResearchCentre το 2014 καταδεικνύει πως οι δυτικές ευημερούσες χώρες έχουν υψηλό δείκτη θρησκευτικής ποικιλότητας, χωρίς φυσικά αυτό να αποτελεί ικανή ή αναγκαία συνθήκη.  Ίσως, αν ανησυχούμε για την κοινωνική συνοχή ας κοιτάξουμε τις γενεσιουργές αιτίες της όλο και αυξανόμενης οικονομικής ανισότητας, παρά εξωγενή συνεκτικά στοιχεία που ίσως στερούνται τεκμηριωμένης βάσης.

marios_arthro

Στεκόμενοι στο θέμα της παράδοσης ως καθαυτή αξία και όχι ως κοινωνικό εργαλείο, θα παρατηρήσουμε πως η παράδοση της κυπριακής κοινωνίας δεν είναι χριστιανική σε όλον τον ιστορικό χρόνο, αφού οι πρώτοι άνθρωποι στο νησί εμφανίστηκαν γύρω στο 10 χιλιάδες προ Χριστού, οι πρώτοι Αχαιοί το 1400π.χ.  όπου και διάδωσαν τον δωδεκαθεϊσμό, ενώ η κυπριακή εκκλησία έγινε κυρίαρχη στον τόπο αρκετούς αιώνες αργότερα.  Οπόταν η επιταγή για διατήρηση της θρησκείας στο όνομα της παράδοσης συναντά την ερώτηση: ποια απ’ όλες τις θρησκείες;

Επιπλέον, για το ίδιο θέμα, μπορούμε να παρατηρήσουμε πως η παράδοση της Κύπρου και της πολιτισμικής μας γειτονίας, των όμορων πολιτισμικά χωρών χαρακτηρίζεται από τον αγώνα για την Ελευθερία. Αποτυπώνεται ευστοχά στον «Ύμνο εις την Ελευθερία», του Διονύσιου Σολωμού, στα συνθήματα της Γαλλικής επανάστασης «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη»  και όλης της πλημμυρίδας επαναστατικών κινημάτων που ακολούθησε. Αυτή λοιπόν η Ελευθερία, που περιλαμβάνει και την θρησκευτική ελευθερία, καταστρατηγείται κάθε φορά που γίνεται κατήχηση στα σχολεία ή ακόμη και εξωσχολική απόπειρα επιβολής συνειδησιακής ομοιομορφίας.

Η επίκληση της Αρχής της Πλειοψηφίας είναι επίσης ένα συχνό επιχείρημα υπέρ της δυνατότητας διοργάνωσης παρόμοιων προσκυνημάτων από τα σχολεία. Το ζήτημα όμως της ελευθερίας της συνείδησης, είναι μεγαλύτερο από την θέληση οποιασδήποτε πλειοψηφίας, όσο ισχυρής και να είναι. Η τυρρανία της πλειοψηφίας είναι φυσικά ένα ζήτημα που απασχόλησε σχεδόν κάθε δημοκρατία και το αποτέλεσμα σχεδόν πάντα, στις πιο προηγμένες δημοκρατίες, είναι πως η συνειδησιακή ελευθερία, έστω του ενός, πρέπει να προστατεύεται. Είναι αρκετά σημαντικό, ώστε το πολίτευμα να μην διολισθαίνει σε Ολοκληρωτισμό εν μέσω δημοκρατικών ζητωκραυγών.

Πολλοί εγείρουν το νόμιμο δικαίωμα του καθορισμού της θρησκευτικής συνείδησης από τους γονείς. Πράγματι, σύμφωνα με το Σύνταγμα, άρθρο 18 παράγραφος 2 «Μέχρι της συμπληρώσεως του δεκάτου έκτου έτους της ηλικίας η απόφασις περί της θρησκείας, την οποίαν θα ακολουθήση το άτομον λαμβάνεται υπό του έχοντος την νόμιμον επιμέλειαν αυτού». Ωστόσο αυτό το δικαίωμα μπορεί να εξασκηθεί από  τους γονείς, στον ελεύθερο τους χρόνο, τα απογεύματα, τις Κυριακές, την Μεγάλη Εβδομάδα. Πόσο υποκριτικό και πλεονεκτικό θα ήταν από ορισμένους γονείς να αναθέσουν την ευθύνη της θρησκευτικής εκπαίδευσης σε ένα ίδρυμα που δεν έχει την αρμοδιότητα να διδάξει κάτι τέτοιο και επιπλέον να ζητάνε να το διδάσκονται όλοι οι μαθητές, δια του βούρδουλα, αν θυμηθούμε τις δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου («τα παιδιά θα εκκλησιάζονται, θέλουν δεν θέλουν», Αρχιεπίσκοπος στο ΡΙΚ 23/9/16) . Κανένας δεν εμποδίζει το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, αλλά να πραγματώνεται στον κατάλληλο τόπο, από τους κατάλληλους ανθρώπους,

Παραμένοντας στο ίδιο θέμα, πρέπει να τονιστεί πως τα Ανθρώπινα Δικαιώματα «των πολλών» καταπατούνται όταν επιβάλλεται η κατήχηση στο Δημόσιο σχολείο με την ανοχή έστωακόμη και των νόμιμων κηδεμόνων. Η συλλογική και ανομολόγητη συνωμοσία κράτους εκκλησίας, αλλά και ελάχιστον πρόθυμων φανατικών γονέων, κινείται σε δυο άξονεςταυτόχρονα. Αφενώς οι άλλες θρησκείες ή/και απόψεις (αθεΐα, αγνωστικισμός) αποκρύβονται και γελοιοποιούνται, αφετέρουεπιχειρείταινα δημιουργηθεί ψυχολογική εξάρτηση με συγκεκριμένο δόγμα ώστε, το παιδί να παραμείνει στην εκκλησία.Οταν το παιδί στην κατοπινή του ζωή θα έρθει σε επαφή με τις επιστημονικές γνώσεις και τα δεδομένα που αντιφάσκουνκαι καταρρίπτουν την θρησκευτική αφήγηση, θα παραμείνει εγκλωβισμένο στους κόλπους της εκκλησιας. Δηλαδή, η ελευθερία των πολλών εύπλαστων παιδιών θυσιάζεται στον βωμό της δημιουργίας όμοιων μαζανθρώπων.

Ανατέμνοντας την δημόσια συζήτηση, θα βρει κανείς πολλά περισσότερα επιχειρήματα.Σίγουρα ο διάλογος δεν περιορίζεται στα πιο πάνω επιχειρήματα και καλωσορίζουμε κάθε κριτική και αντεπιχείρημα. Πολύ περισσότερο όμως θα θέλαμε, ως Όμιλος Ανθρωπιστών, να θέσουμε την κεντρική αγωνία,  που βρίσκεται στον πυρήνα της συζήτησης, όπως την έκφρασε η Χάνα Αρρεντ: Πόσο πολύ αγαπάμε τα παιδιά μας; Μέσω της εκπαίδευσης αποφασίζουμε, επίσης, αν αγαπάμε αρκετά τα παιδιά μας ώστε να μην τα αποκλείουμε από τον κόσμο μας ούτε να τα εγκαταλείπουμε στην τύχη τους-αφαιρώντας τους τη δυνατότητα να αναλάβουν κάτι καινούργιο, κάτι που δεν είχαμε προβλέψει- αλλά να τα προετοιμάζουμε εκ των προτέρων για το καθήκον της ανανέωσης του κοινού μας κόσμου.

Μάριος Ιερωνύμου

Μέλος Ομίλου Ανθρωπιστών Κύπρου

Comments are closed.